“Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία καταρρέει. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση”, είναι τα λόγια του Jeroen Dijsselbloem, πρόεδρου του Eurogroup, σχολιάζοντας το σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα σχετικά με την ανθρωπιστική κρίση να υποστηρίξει τις 300.000 ελληνικές οικογένειες που δεν έχουν ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι, όταν βέβαια έχουν ένα σπίτι.
Μια φράση που δείχνει καθαρά τον ύπουλο και απαράδεκτο τρόπο της πίεσης και των εκβιασμών που ασκούνται στην Ελληνική κυβέρνηση και το λαό της. Η πρώην Τρόικα δεν δέχεται ότι μια κυβέρνηση χρησιμοποιεί 200 εκατομμύρια € για την καταπολέμηση της φτώχειας και δεν αποδέχεται την απόφαση της να δώσει ανάσα, εμπιστοσύνη και ελπίδα στην Ελλάδα ώστε να προωθήσει την ανάπτυξη και να ορθοποδήσει.
Γι ‘αυτό ο Dijsselbloem, Μέρκελ, Λαγκάρντ προσπαθούν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, τροφοδοτώντας τις φήμες ότι, δήθεν, είναι σε ισχύ ένα σχέδιο των Ευρωπαίων τεχνοκρατών, που δεν αποδέχεται η Ελληνική κυβέρνηση , ώστε να ανατρέψουν το ΣΥΡΙΖΑ από την ηγεσία της χώρας.
Μια παρέμβαση πραγματικά απαράδεκτη, μια ακόμη, σε μια σειρά από άλλες. Έτσι όπως είναι απαράδεκτες οι επίμονες παρεμβολές στις λεγόμενες «διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις» που θα πρέπει να λάβει η Ελλάδα για να ξεπεράσει την κρίση. Αύξηση του ΦΠΑ, αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης, περισσότερες απολύσεις και περαιτέρω περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες ( παιδεία, υγεία, πολιτισμός), η ιδιωτικοποίηση των βασικών υπηρεσιών.
Όλα αυτά με αντάλλαγμα περίπου 16 δισεκατομμύρια (εκ των οποίων τα 11 για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, φυσικά), τα οποία, προστιθέμενα στα πρωτογενή πλεονάσματα του Ελληνικού προϋπολογισμού, θα χρησιμοποιηθούν μόνο για να πληρωθούν οι δόσεις των δανείων. Πράγμα που σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έχει κανένα περιθώριο ελιγμών στον οικονομικό της σχεδιασμό και τους ισολογισμούς της και στις επιλογές που πρέπει να γίνουν. Στην ουσία, τους καλούν να αυτοπυροβοληθούν και σε αντάλλαγμα να τους προσφέρουν μια ασπιρίνη.
Μια πορεία που έχει ήδη χαρτογραφηθεί και ακολουθηθεί από την προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση, η οποία άνοιξε ένα τρομακτικό χάσμα στην κοινωνία, που αποτελείται από την ανεργία, τη φτώχεια, την πρόωρη θνησιμότητα.
Δεν δέχονται άλλους τρόπους οι δανειστές, παρά τα προτεινόμενα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με την συνολική ανθεκτικότητα των προτάσεων της.
“Και τότε ο λαός θα αποφασίσει με δημοψήφισμα», είπε ο Αλέξης Τσίπρας, αντιπαραθέτοντας στο τέρας της τεχνοκρατίας, το όπλο της δημοκρατίας. Ο Τσίπρας, με την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, μας λέει ότι η ιστορία δεν έχει τελειώσει, ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος για να σκεφτούμε, ότι πέρα από την αποκλειστική τεχνοκρατική νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, υπάρχει η πολιτική, οι επιλογές των ελεύθερων λαών, και αυτός ο δρόμος ονομάζεται δημοκρατία.
Η αίσθηση του ελληνικού δημοψηφίσματος είναι η αφήγηση που λέει σε ολόκληρη την Ευρώπη ότι οι αποφάσεις για το μέλλον της και οι πολιτικές που πρέπει να αναληφθούν, ανήκουν στο λαό, όχι στους τεχνοκράτες και τους ιεροκήρυκες του «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Και η αντίδραση του Γερμανού Υπουργού Σόιμπλε που διακηρύσσει ότι έκλεισαν οι διαπραγματεύσεις με τη δικαιολογία της προκήρυξης του δημοψηφίσματος, εξηγώντας για μια ακόμη φορά πως η δημοκρατική “μεταβλητή” δεν υπάρχει στην Ευρώπη, ή μπορεί ακόμη και να θεωρηθεί εξωφρενική.
Αυτό, λοιπόν, το παιχνίδι δεν αφορά τα χρέη των κρατών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ποτέ δεν υπήρξε μια τεχνοκρατική συμφωνία και ποτέ δεν έχει υπάρξει μια πραγματική διαπραγμάτευση.
ΕΕ, ΔΝΤ, ΕΚΤ φοβούνται την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα. Δεν τους απασχολεί το ελληνικό χρέος. Ο φόβος της μετάδοσης και της εξάπλωσης στην Ευρώπη είναι ο δημοκρατικός άνεμος, δεν είναι τα κρατικά ομόλογα (από τα οποία, άλλωστε, οι δανειστές έχουν ήδη ωφεληθεί).
Και τη σημασία αυτού του αγώνα θα πρέπει να την κατανοήσουν οι κυβερνήσεις των χωρών που βλέπουν στη Μεσόγειο, με την Ιταλία στην πρώτη θέση. Το επαίσχυντο χοροθέατρο των ευρωπαϊκών χωρών για τη διαχείριση της μετανάστευσης θα πρέπει να ανοίξει τα μάτια και του Matteo Renzi. Είναι ώρα να σταματήσει να προτείνει στον Τσίπρα για την “υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων”, και να υποστηρίξει με σθεναρότητα τις προτάσεις της κυβέρνησης και του ελληνικού κράτους. Στη συνέχεια, θα μπορούσε και ο ίδιος να σκίσει τις επιστολές “πολιτικές προτάσεις” που συχνά φτάνουν στο γραφείο του από το Στρασβούργο.
Όποιος θέλει την Ενωμένη Ευρώπη γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος έξω από τη διακοπή των δογμάτων της τυφλής λιτότητας, και αυτό το παιχνίδι το παίζει μονάχη της η Ελλάδα. Η απολυτή μοναξιά του να θέλεις να υπάρχεις.
Ό, τι και να συμβεί με το δημοψήφισμα, ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε, επειδή ήταν σε θέση να αναποδογυρίσει το τραπέζι, ξεμασκερέυοντας και εκθέτοντας τους τεχνοκράτες και την αποκατάσταση των αρχών της δημοκρατίας στη καρδιά της συνείδησης των Ευρωπαϊκών λαών.
Η Ευρώπη που θέλει να διατηρηθεί το status quo, αντίθετα, μοιραία θα πάει στα βράχια όπου και θα διαλυθεί μέσα από χίλιους εθνικισμούς, όπως μας διδάσκει η ιστορία.
*Άρθρο Nicola Fratoianni Εθνικού συντονιστή του SEL ( Αριστερά –Οικολογία-Ελευθερία). Δημοσιεύτηκε στη La Repubblica
Ελεύθερη μετάφραση Από τον Θοδωρή Αγγελόπουλο