Σκέψεις. Της Μαριλένας Μυλωνά

Σύμφωνα με τα όσα προδιαγράφονται, η λαϊκή αντίδραση αναπόφευκτα θα έρθει. Εμείς οφείλουμε να τη στηρίξουμε και να την κατευθύνουμε, όχι εναντίον της κυβέρνησης, αλλά προς τα εκεί που πραγματικά θα έπρεπε να απευθύνεται. Εναντίον εκείνων που επιβάλουν τη λιτότητα και τα μνημόνια σαν μονόδρομο και των ελίτ που συντάσσονται με αυτούς στο εσωτερικό της χώρας. Εναντίον αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ή θα καταφέρουμε με επιμονή και θυσίες να αλλάξουμε ή θα πρέπει σοβαρά να προετοιμαστούμε να αφήσουμε πίσω μόλις διαμορφωθούν οι συνθήκες που θα μας το επιτρέπουν.
Έγραψε η Μαριλένα Μυλωνα

Χρειάστηκαν 6 μήνες διαπραγματεύσεων για να φτάσουμε σε ένα κοινό συμπέρασμα, το οποίο οι περισσότεροι γνωρίζαμε λίγο-πολύ εκ των προτέρων. Ακραίοι νεοφιλελεύθεροι κύκλοι, τόσο εντός Ευρωζώνης όσο και εκτός αυτής, επιθυμούν το μετασχηματισμό της σε ένα «λειτουργικό» , περισσότερο συγκεντρωτικό μόρφωμα. Με βάση το σχεδιασμό αυτό, όχι μόνο δεν υπάρχει χώρος για μια κυβέρνηση με κορμό την αριστερά, αλλά είναι αναγκαίο, οποιαδήποτε κυβέρνηση θα μπορούσε να προκαλέσει τριγμούς στην εφαρμογή του, να συντριβεί, και να λειτουργήσει ως αντιπαράδειγμα.

Τα μόνα θετικά που αποκομίσαμε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών, είναι ότι η παραπάνω πολύ πραγματική κατάσταση, έγινε αντιληπτή, αφενός, σε όσους από εμάς δεν τη γνώριζαν, αφετέρου, στη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού και τέλος, έγινε αντιληπτή σε διεθνές επίπεδο ξεσηκώνοντας πρόσκαιρα ένα παγκόσμιο κύμα αλληλεγγύης εντός και εκτός Ευρώπης. Επίσης, ίσως καταφέραμε να δημιουργήσαμε και ένα μικρό ρήγμα εντός της ευρωζώνης. Το μέγεθος του ρήγματος και το κατά πόσον μπορούμε να το κεφαλαιοποιήσουμε πολιτικά θα φανεί στο άμεσο μέλλον.

Προσωπικά, όλο το τελευταίο διάστημα, παρότι συμφωνούσα απόλυτα με τη λογική της «επίμονης» διαπραγμάτευσης, ήλπιζα ότι θα υπήρχε σχεδιασμός εμπεριστατωμένων εναλλακτικών σεναρίων, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί πίστευα ότι αν πραγματικά θέλαμε να έχουμε συμφωνία, έπρεπε να ετοιμαστούμε καλύτερα για τη ρήξη. Σήμερα ωστόσο, κι εφόσον έχουμε καταλήξει στο ότι σκοπός τους είναι η συντριβή μας και η χρήση μας σαν παράδειγμα προς τους υπόλοιπους τυχόν «αντιφρονούντες», το ερώτημα ευρώ η δραχμή, Plan A ή Plan B ή Plan Schäuble, λίγη σημασία έχει, αφού είναι ξεκάθαρο ότι θα προσπαθήσουν να σε εξοντώσουν σε κάθε περίπτωση και με βάση τον δεδομένο αυτή τη στιγμή συσχετισμό ισχύος, έχουν εξαιρετικά μεγάλες πιθανότητες να τα καταφέρουν. Η ελληνική κυβέρνηση, αυτή που εγώ και εσείς και ο ελληνικός λαός είχε εξουσιοδοτήσει για να διαπραγματευτεί εκ μέρους μας, αποφάσισε – με το πιστόλι στον κρόταφο- ότι ο καλύτερος τρόπος για να μείνουμε ζωντανοί είναι το να υπογραφεί αυτή η συμφωνία και έτσι κάπως πήγαμε από τον έντιμο στον τακτικό συμβιβασμό.

Εκτιμώ ότι δεν είναι η καταλληλότερη στιγμή, ούτε για να ασκήσουμε κριτική στις ενέργειες της κυβέρνησης, ούτε όμως και για να ασκήσουμε κριτική απέναντι σε στελέχη της ή στελέχη του κόμματος που υπερψήφισαν ή καταψήφισαν τα προαπαιτούμενα μέτρα στη Βουλή ή τοποθετήθηκαν δημοσίως κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Για μένα προσωπικά ήταν αναπόφευκτο το να υπάρξουν διαφοροποιήσεις και δεν ήταν απαραίτητα κάτι κακό, σε κάποιες περιπτώσεις ίσως και να ήταν επιβεβλημένο από θεσμικής άποψης. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι κανονικά αυτές οι διαφοροποιήσεις θα έπρεπε να έχουν τύχει κεντρικής διαχείρισης, πράγμα που δεν ήταν μάλλον εφικτό για κάποιους λόγους. Νομίζω ότι κανείς από εμάς δεν θέλει το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ που πήρε 15 χρόνια και 2 μνημόνια για να φτάσει στο σήμερα, να αποτύχει …ολοκληρωτικά. Και κανείς από εμάς δε θέλει να κάνει το χατίρι σε όλους αυτούς που έχουν επιστρατεύσει όλα, μα όλα, τα μέσα για να αποτελέσει αυτή η κυβέρνηση αριστερή παρένθεση ( ή εσχάτως …δεξιά παρένθεση). Έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε ακόμα. Υπάρχουν πράγματα που έπρεπε από καιρό να γίνουν, τα ξέρουμε όλοι και γνωρίζουμε καλά ότι αν πρόκειται να τα εφαρμόσει κάποια κυβέρνηση στην Ελλάδα, αυτή είναι η δική μας. Ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει το καράβι στη φουρτούνα είπε ο σύντροφος πρωθυπουργός. Και ο απλός κόσμος φαίνεται πως προτιμά να διαχειριστεί αυτός το νέο μνημόνιο παρά οποιοσδήποτε άλλος. Μέχρι στιγμής…

Για να είμαστε όσο περισσότερο γίνεται συνεπείς με την ιστορία μας, με το πρόγραμμά μας και με τους εαυτούς μας, πρέπει να αγκαλιάσουμε τον τραγικό σουρεαλισμό της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε. Για να παραμείνουμε συνεπείς, καλούμαστε από τις παρούσες συνθήκες, να λειτουργήσουμε ως «σχιζοφρενείς».

Έχουμε μια κυβέρνηση με κορμό την αριστερά, μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση, να υπογράφει ένα 3ο μνημόνιο, το οποίο, αν εξαιρέσει κανείς κάποια σημεία του και αυτά υπό συγκεκριμένο φως, εν πολλοίς, είναι χειρότερο από τα προηγούμενα. Η κυβέρνηση έκρινε -σωστά ή λάθος- ότι αυτή είναι η μόνη λύση. Με βάση την παραπάνω αντίφαση, εγώ θα περίμενα, πως την ίδια στιγμή που θα ψηφίζει και θα εφαρμόζει τους νέους μνημονιακούς νόμους, η κυβέρνηση, θα κάνει ξεκάθαρο σε όλους τους τόνους ότι δεν συμφωνεί με αυτούς, ενώ θα προσπαθεί συστηματικά να υπονομεύσει τα αντιλαϊκά μέτρα που η ίδια αναλαμβάνει και εφαρμόζει, αναιρώντας τα, άμεσα η έμμεσα και στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με αντισταθμιστικά μέτρα προς όφελος των λαϊκών και μεσαίων τάξεων. Είναι προφανές ότι τα περιθώρια κινήσεων που θα μας αφήνει η συμφωνία είναι πολύ μικρά. Σε αυτά τα στενά περιθώρια οφείλουμε να κάνουμε ότι είναι ανθρωπίνως δυνατόν.

Τους τελευταίους έξι μήνες συζητούσαμε για τη σχέση που θα έπρεπε να έχει το κόμμα με την κυβέρνηση. Εγώ, στην παρούσα φάση, νοιώθω ότι ήμασταν εκτός πραγματικότητας όταν τις κάναμε τις συζητήσεις αυτές. Παρόλα αυτά, η πραγματικότητα μας αναγκάζει, βίαια, να περάσουμε στη δράση. Αν δεν δράσουμε, το αρχικό μας ερώτημα ακυρώνεται, γιατί ούτε κόμμα ούτε κυβέρνηση θα έχουμε. Το κόμμα σήμερα οφείλει να στηρίξει σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο την κυβέρνηση σε αυτόν τον αντιφατικό αγώνα. Οφείλει επίσης να κινητοποιήσει τις διεργασίες εκείνες που θα οδηγήσουν σε έναν επαναπροσδιορισμό της πορείας μας υπό το φως όλων των εμπειριών που αποκομίσαμε τους τελευταίους 6 μήνες. Στη βάση αυτή, πρέπει να προσφύγουμε στις συλλογικές μας διαδικασίες, όχι με σκοπό να αντιπαρατεθούμε για το τί θα έπρεπε να γίνει, αλλά για το τι γίνεται τώρα με βάση τα δεδομένα που έχουμε. Το κόμμα είναι αναγκαίο να επαναλειτουργήσει και να λειτουργήσει πολύ διαφορετικά απ’ ότι στο παρελθόν, για να μπορέσει να βρεθεί ταυτόχρονα, υποστηρικτικά δίπλα στην κυβέρνηση, απέναντι και κόντρα στις πολιτικές που αυτή θα εφαρμόσει, και παράλληλα να επεξεργαστεί τις εναλλακτικές εκείνες που αν χρειαστεί θα την βοηθήσουν να απεμπλακεί από την παρούσα κατάσταση.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάγκη να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη ένταση να διεθνοποιούμε το ελληνικό πρόβλημα που προφανώς και δεν λύνεται με ένα ακόμα μνημόνιο, το οποίο οι περισσότεροι συνομολογούμε ότι είναι αδύνατο να εφαρμοστεί. Οφείλουμε να αναδείξουμε τα τραγικά αποτελέσματα και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί η πολιτική αυτή, η άσκηση της οποίας επιβλήθηκε στην κυβέρνηση. Αυτό πρέπει να το κάνουμε άμεσα, σε όλα τα επίπεδα και χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα.

Προεκλογικά, αλλά και μετεκλογικά, καλούσαμε τον κόσμο στο δρόμο, για να ανατρέψουμε από κοινού τα μνημόνια. Τώρα που το μνημόνιο θα το εφαρμόζουμε εμείς; Πού στεκόμαστε; Δε θέλουμε πια τον κόσμο στο δρόμο; Και αν τον θέλουμε, εμείς που θα βρισκόμαστε, δίπλα η απέναντι; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι τον κόσμο τον χρειαζόμαστε στο δρόμο. Τον κόσμο οφείλουμε να τον οργανώσουμε και να του συμπαρασταθούμε ενεργά. Να φτιάξουμε από τα κάτω ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας με νομική, οικονομική και πρακτική διάσταση, που θα απαλύνει όσο το δυνατό περισσότερο τα αποτελέσματα της πολιτικής την οποία η κυβέρνηση εξωθείται να εφαρμόσει.

Σύμφωνα με τα όσα προδιαγράφονται, η λαϊκή αντίδραση αναπόφευκτα θα έρθει. Εμείς οφείλουμε να τη στηρίξουμε και να την κατευθύνουμε, όχι εναντίον της κυβέρνησης, αλλά προς τα εκεί που πραγματικά θα έπρεπε να απευθύνεται. Εναντίον εκείνων που επιβάλουν τη λιτότητα και τα μνημόνια σαν μονόδρομο και των ελίτ που συντάσσονται με αυτούς στο εσωτερικό της χώρας. Εναντίον αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ή θα καταφέρουμε με επιμονή και θυσίες να αλλάξουμε ή θα πρέπει σοβαρά να προετοιμαστούμε να αφήσουμε πίσω μόλις διαμορφωθούν οι συνθήκες που θα μας το επιτρέπουν.